ξάφνου

ξάφνου

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ξάφνου" в других словарях:

  • ξάφνου — επίρρ. χρον., αναπάντεχα, απροσδόκητα: Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα οι βράχοι (Σολωμός) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξάφνου — επίρρ. ξαφνικά, αιφνιδίως, απρόοπτα, απροσδόκητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξάφνου(βλ. λ. εξάφνου) με σίγηση τού αρκτ. φωνήεντος] …   Dictionary of Greek

  • εξάφνου — και ξάφνου επίρρ. 1. ξαφνικά, αναπάντεχα («μα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι», Ερωτόκρ.) 2. στη στιγμή, αμέσως. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. επίρρ. εξαίφνης. Το ληκτικό ου αναλογικά προς τα επίρρ. σε ου (πρβλ. και άξαφνα αξάφνου)] …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Μουσική — ΑΡΧΑΙΑ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Είναι γνωστό ότι η καταγωγική περιοχή της αρχαίας ελληνικής ποίησης βρίσκεται στις θρησκευτικές τελετουργίες. Ωστόσο, το κύριο σώμα της λυρικής ποίησης χαρακτηρίζεται από έναν ανεξάρτητο χαρακτήρα την εποχή κατά την οποία… …   Dictionary of Greek

  • Ελλαδα - Μυθολογία — ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Το μυθολογικό υλικό είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των αρχαίων κοινωνιών να ερμηνεύσουν τον κόσμο, τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι ελληνικοί μύθοι αποτελούν μια κοινωνική, συλλογική προσπάθεια κατανόησης και… …   Dictionary of Greek

  • έξαφνα — και άξαφνα επίρρ. τροπ. 1. ξαφνικά, αιφνιδιαστικά, απροσδόκητα, ξάφνου. 2. ας υποτεθεί ότι: Έξαφνα, δεν έχεις να πληρώσεις· τι θα κάνεις; 3. παραδείγματος χάρη, λόγου χάρη: Πολλοί δεν ξέρουν να βάλουν υπογραφή· ο παππούς, έξαφνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ερημίτης — ο ασκητής, αναχωρητής: Ξάφνου πρόβαλε ένας ερημίτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»